χορευτικοῦ

χορευτικοῦ
χορευτικός
of
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • μορέσκα — η παλαιός λαϊκός ενόπλιος χορός συνοδευόμενος από μουσική και άσμα, ρυθμική και χορευτική ξιφασκία, που ως ένα είδος χορευτικού ιντερμέτζο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις πράξεις τών έργων τού κρητικού θεάτρου, προέρχεται από την Ισπανία, είναι… …   Dictionary of Greek

  • ροντό — Μουσική μορφή που χαρακτηρίζεται από την περιοδική επανάληψη μιας πλήρους αυτόνομης φράσης. Εμφανίζεται στη Γαλλία ήδη κατά τον Μεσαίωνα (rondeau) ως σύνθεση ποιητική, που τραγουδιέται και χορεύεται σε δυο εναλλασσόμενα θέματα (couplet = μονωδία… …   Dictionary of Greek

  • ρόντο — Μουσική μορφή που χαρακτηρίζεται από την περιοδική επανάληψη μιας πλήρους αυτόνομης φράσης. Εμφανίζεται στη Γαλλία ήδη κατά τον Μεσαίωνα (rondeau) ως σύνθεση ποιητική, που τραγουδιέται και χορεύεται σε δυο εναλλασσόμενα θέματα (couplet = μονωδία… …   Dictionary of Greek

  • σχίσμα — Η διάσταση ομάδων πιστών από τη θρησκευτική τους κοινότητα. Με την έννοια αυτή το σ. συναντιέται σε διάφορες θρησκείες, όπως στο βουδισμό, στον τζαϊνισμό, στον ιουδαϊσμό και στον ισλαμισμό. Στο χριστιανισμό δείχνει, ιδιαίτερα, διαφωνία που… …   Dictionary of Greek

  • χορός — Διαδοχικές κινήσεις του σώματος για σκοπούς αποκλειστικά καλλιτεχνικούς ή τελετουργικούς ή παιχνιδιού, με προκαθορισμένη τάξη και σύμφωνα με ένα ρυθμό, που δίνεται γενικά από τη μουσική. Ο χ. είναι από τα αρχαιότερα εκφραστικά μέσα, ίσως δεύτερο… …   Dictionary of Greek

  • Γριμάνης, Άγγελος — (Πάτρα 1906 – Αθήνα 1977). Χορογράφος και χορευτής. Ως χορευτής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του Βερολίνου το 1927 και στη συνέχεια προσελήφθη στην κρατική όπερα της Στουτγάρδης (1927 29) και της Κολονίας. Σταδιακά εξελίχθηκε και σε… …   Dictionary of Greek

  • κατακαλί — Αρχαίος ινδικός χορός. Είχε αναπτυχθεί στην περιοχή Κεράλα (νότια Ινδία), όπου αποτελούσε αυλική καλλιτεχνική εκδήλωση. Τα θέματά του προέρχονταν από την επική ποίηση, από την παράδοση των πουρανικών θρησκευτικών κειμένων ή από τη γενικότερη… …   Dictionary of Greek

  • Μπαλανσίν, Τζορτζ — (George Balanchine, Πετρούπολη 1904 – Νέα Υόρκη 1983). Αμερικανός χορογράφος, ρωσικής καταγωγής. Πρωτοεμφανίστηκε ως χορευτής στο περίφημο θέατρο Μαρίινσκι (σήμερα Κίροφ Μαρίινσκι), αλλά κατόπιν επιδόθηκε στη χορογραφία, αρχικά με έναν μικρό… …   Dictionary of Greek

  • Σιβηρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που πρωτοεπισημάνθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1926. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 15,9 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 12,9 από τον Ήλιο. II (Σιμπίρ ρωσικά). Περιοχή… …   Dictionary of Greek

  • Στράτου, Δώρα — Ιδρύτρια του ομώνυμου συγκροτήματος Ελληνικών Λαϊκών Χορών (Αθήνα 1903 – 1988). Σπούδασε πιάνο, χορό και θέατρο στην Αθήνα και στο εξωτερικό, όπου έζησε από το 1922 1932 (Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη). Η δημιουργική εργασία της στον τομέα της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”